Για τους συνεταιρισμούς, του Δημήτρη Παπανικολόπουλου

Κοινωνική - Αλληλέγγυα Οικονομία

κείμενο του Δημήτρη Παπανικολόπουλου για τους συνεταιρισμούς, γραμμένο το 2009. Έχει συμπυκνωμένη την προβληματική του Χαραλάμπους, του κατ'εξοχήν μελετητή των συνεταιρισμών με μαρξιστικό πρόσημο. 

 

Ο ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ[1]

 

Η επικαιρότητα των συνεταιρισμών

 

Στο άρθρο του «Από την κρίση του νεοφιλελευθερισμού σε μια νέα οικονομία των αναγκών και των συλλογικών αγαθών» (Αυγή, 28/12/2008), ο σ. Γ. Δραγασάκης πολύ σωστά σημειώνει  ότι «πρώτος στόχος πρέπει […] να είναι η ανάκτηση μιας δημόσιας σφαίρας συλλογικών αγαθών, η στήριξη και η ανάπτυξη αυτής της σφαίρας και η χρησιμοποίησή της ως ένα βασικό υπόβαθρο για την ανασυγκρότηση ολόκληρης της οικονομίας και της κοινωνίας». «Πρέπει να ξανασκεφτούμε τη στρατηγική για το σοσιαλισμό». Αναρωτιέται ωστόσο τα εξής: «Βλέπουμε τη στρατηγική για το σοσιαλισμό μέσω ενός κρατικού καπιταλισμού ο οποίος, βαθμιαία διευρυνόμενος, ‘θα μας πάει’ στο σοσιαλισμό; Κάποια συστήματα κατέρρευσαν όχι από την έλλειψη κράτους, αλλά από την υπερτροφία του κράτους. […]Ασφαλώς», συνεχίζει, «ο ρόλος του κράτους ήταν και αναγνωρίζεται εκ νέου ως κεντρικός. Όμως, το κράτος και η κρατικοποίηση υπό συνθήκες καπιταλισμού δεν είναι ουδέτερη». Γι αυτό το λόγο, μας προτείνει «να σκεφτούμε ποιοι φορείς θα παράγουν αυτά τα δημόσια αγαθά», καθώς «δεν είναι μόνο το κράτος που μπορεί». Συγκεκριμένα, μας προτείνει «να ξανανοίξουμε το κεφάλαιο των συνεταιρισμών με νέους όρους».

            Πρόκειται αναμφίβολα για μια πρώτης τάξεως ιδέα σε μια εποχή θριάμβου της αγοράς και συρρίκνωσης του κράτους, σε μια εποχή δηλαδή που οι επιχειρηματίες μας εκβιάζουν συνεχώς, εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη εναλλακτικού μοντέλου οργάνωσης της οικονομίας, και η σοσιαλδημοκρατία προσπαθεί να βγει απ’ την κρίση της κρύβοντας τα βιβλία του Χάγιεκ και ξεσκονίζοντας αυτά του Κέυνς.

            Όμως τι στ’ αλήθεια θα μπορούσαν να μας προσφέρουν οι συνεταιρισμοί στην προσπάθεια οικοδόμησης μιας οικονομίας των αναγκών και των συλλογικών αγαθών, μιας σοσιαλιστικής οικονομίας; Πρωταρχικά, πρέπει να πούμε ότι η οικοδόμηση των συνεταιρισμών, όπως επισημαίνει ο Κ. Χαραλάμπους[2], υπήρξε μια ταξική επιλογή των κατώτερων τάξεων του 19ου αιώνα που είχε το διπλό σκοπό της αντίστασης στον καπιταλισμό και της οικοδόμησης μιας εναλλακτικής σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αν και δεν κυριάρχησε σε καμία κοινωνία, το εναλλακτικό αυτό μοντέλο οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας κατάφερε, όπου εφαρμόστηκε, 1) να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των συνεταιριστών και 2) να αποδείξει «στην πράξη ότι ο έμπορος, ο βιομήχανος και ο γαιοκτήμονας είναι πρόσωπα από τα οποία μπορεί να απαλλαγεί η κοινωνία» (Μαρξ)[3]. Φαίνεται λοιπόν ότι οι συνεταιρισμοί μπορούν να μας βοηθήσουν να αντισταθούμε στην επίθεση των δυνάμεων της αγοράς χωρίς απαραίτητα να επιστρέψουμε στην οικονομική εξαθλίωση του 19ου αιώνα.

 

Συνεταιρισμοί, αγορά, κράτος, οικογένεια

 

            Η ένταξη ωστόσο των συνεταιρισμών σε σοσιαλιστική προοπτική ή, πράγμα που είναι το ίδιο, η αποφυγή εκφυλισμού τους, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Οι λόγοι αυτής της δυσκολίας εντοπίζονται, όπως έχει δείξει ο Κ. Χ στις σχέσεις των συνεταιρισμών με την αγορά, το κράτος και την οικογένεια.

Όσον αφορά στις σχέσεις τους με την αγορά, παρόλα τα σοσιαλιστικά στοιχεία που υπάρχουν στο εσωτερικό τους λόγω της απουσίας εκμεταλλευτικών σχέσεων χάρη στη συνύπαρξη στο ίδιο πρόσωπο του εργαζόμενου και του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, οι συνεταιρισμοί, που λειτουργούν στα πλαίσια της αγοράς, παράγουν ανταλλακτικές αξίες και κέρδη μέσα από την απόσπαση τμήματος του πλεονάσματος που παρήχθη από άλλους συνεταιρισμούς ή επιχειρήσεις. Επίσης, έχουν υιοθετήσει στην πλειονότητά τους τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας που ισχύει στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις (βάθεμα της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας μέσω της εξειδίκευσης, ιεραρχία μισθών, διαίρεση χειρονακτικής και πνευματικής εργασίας ή μεταξύ εκείνων που αποφασίζουν και εκείνων που εκτελούν).

Όσον αφορά τώρα στις σχέσεις τους με την οικογένεια, ο Κ. Χ. έχει προβεί σε μια καίρια παρατήρηση: οι αρχηγοί των οικογενειών και ιδρυτές των συνεταιρισμών έτειναν, μέσα από τη φυσικοποίηση  της οικογένειας, να αναιρέσουν την προοπτική του αυτοδιαχειριζόμενου σοσιαλισμού. Συγκεκριμένα, η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής εκ μέρους των μελών των (αγροτικών και βιοτεχνικών κυρίως) συνεταιρισμών ερχόταν σε αντίθεση με τη συλλογική ιδιοκτησία. «Γράφουμε για αντίθεση όταν αναφερόμαστε στη σοσιαλιστική προοπτική των συνεταιρισμών, οι τελευταίοι όμως ενδέχεται να είναι συμπληρωματικοί/βοηθητικοί της ατομικής ιδιοκτησίας των αγροτών και βιοτεχνών. Εξάλλου, η μέχρι τώρα ιστορία των συνεταιρισμών έδειξε ότι επικράτησε η τάση της συμπληρωματικότητάς τους»[4]. Το μικροαστικό πνεύμα στο εσωτερικό των συνεταιρισμών προδίδει και η προσδοκία των συνεταιριστών για βραχυχρόνια οφέλη, ει δυνατόν εφάμιλλα με των επιχειρήσεων σε άλλους τομείς της οικονομίας, και η άρνησή τους να κάνουν θυσίες προς όφελος της ανάπτυξης του συνεργατισμού.

Όσον αφορά  δε στις σχέσεις των συνεταιρισμών με το κράτος, δύο παρατηρήσεις του συγγραφέα αξίζουν ιδιαίτερης μνείας: Πρώτον, το κράτος σε πολλές περιπτώσεις, όπως στην Ελλάδα και στη Γαλλία, συνέβαλε στην ανάδυση των συνεταιρισμών, ωστόσο η παρέμβασή του εντάσσονταν στην προσπάθειά του να προωθήσει ένα κορπορατιστικό μοντέλο οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας και όχι ένα αυτοδιαχειριστικό. Δεύτερον, ο προσανατολισμός των συνεταιριστών προς τη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, στα πλαίσια των συνεταιρισμών, ερχόταν σε αντίθεση με την ταυτόχρονη συμμετοχή τους στην επέκταση του κράτους, μέσα από τη διεκδίκηση να αναλαμβάνει το τελευταίο όλο και περισσότερες λειτουργίες (βλ. ανάπτυξη κοινωνικού κράτους και δημόσιες επιχειρήσεις κοινής οφελείας). Το κράτος, όμως, «μέσα από την οικονομική και κοινωνική του πολιτική συμμετέχει στη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου και γι αυτό η κύρια πλευρά του είναι η κεφαλαιοκρατική και όχι η ‘κοινωνική’»[5].

Όλες αυτές οι αντιφάσεις, όμως, αν δεν συνιστούν ήδη, σίγουρα τείνουν στην αναίρεση της σοσιαλιστικής προοπτικής των συνεταιρισμών. Γίνεται σαφές δηλαδή ότι οι συνεταιρισμοί μπορούν, αντί να οικοδομήσουν το σοσιαλισμό σε πείσμα της αγοράς, του κράτους και της οικογένειας, να λειτουργήσουν προς όφελος αυτών των θεσμών σε πείσμα των σοσιαλιστικών σπερμάτων που φέρουν.

 

Συνεταιρισμοί και σοσιαλιστική προοπτική

 

Το τι μέλλει γενέσθαι θα κριθεί από την ταξική πάλη και το συσχετισμό δύναμης, τόσο στο επίπεδο του κοινωνικού σχηματισμού όσο και στο εσωτερικό των συνεταιρισμών, όπως πολύ σωστά σημειώνει ο Κ. Χ., ο οποίος καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: «ο σοσιαλισμός αν οικοδομηθεί θα είναι μια μακρόχρονη βασανιστική διαδικασία που ορίζεται στο πεδίο της πρακτικής και όχι μια απλή πράξη αρπαγής της εξουσίας και αφαίρεσης των μέσων παραγωγής από την κεφαλαιοκρατική τάξη»[6].Το συμπέρασμά του αυτό βασίζει στην ίδια τη θεωρία της μετάβασης του Μαρξ, σύμφωνα με την οποία η καινούργια κοινωνία κυοφορείται στα σπλάχνα της παλιάς και η επανάσταση είναι η μαμή (και όχι η μαμά) της ιστορίας. Αλλά ας αφήσουμε το συγγραφέα να συνεχίσει. «Μέσα από […]τα αποσπάσματα του Λένιν μπορούμε να αποκρυπτογραφήσουμε την υπόθεση σύμφωνα με την οποία το πέρασμα στο σοσιαλισμό θα γίνει μέσα από την επαναστατική βία. […] Η υπόθεση αυτή δεν επαληθεύτηκε ποτέ επιστημονικά. Εξάλλου αντιστρέφει την πραγματικότητα, διότι τονίζει τον πρωτεύοντα ρόλο της επαναστατικής βίας και αφήνει το δεύτερο ρόλο στη μακροχρόνια διαδικασία της μετάβασης. […] Η πιο πάνω αντιστροφή συνέβαλε στη δημιουργία μιας διαστροφής: αντί για το σοσιαλισμό οικοδομήθηκε, στη Σοβιετική Ένωση, μέσα από μια διαδικασία βίαιης πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, ένας κρατικός καπιταλισμός με στρατόπεδα συγκέντρωσης και χωρίς ανεπτυγμένη κοινωνία των πολιτών.

Αντίθετα, εάν δε στηριχτούμε στην υπόθεση που θέλει ως σημείο εκκίνησης του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού την επαναστατική βία που κοινωνικοποιεί τα μέσα παραγωγής και τσακίζει την αστική κρατική μηχανή, αλλά στη «θεωρία της μετάβασης» του Μαρξ, τότε μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο πρωτεύοντας ρόλος, το σημείο εκκίνησης ανήκει στη μετάβαση από τον ένα τρόπο παραγωγής σε έναν άλλο, και όχι στην επαναστατική βία. Πιο συγκεκριμένα, η ταξική πάλη στο εσωτερικό του Κεφαλαιοκρατικού Τρόπου Παραγωγής και η συγκρουσιακή σχέση της εργατικής τάξης με το «αστικό κράτος» τείνει να δημιουργήσει ένα νέο τρόπο παραγωγής –το συνεταιριστικό- έξω από τον ΚΤΠ και ενάντια σε αυτόν (όπως ο ΚΤΠ δημιουργήθηκε έξω από το Φεουδαρχικό Τρόπο Παραγωγής και ενάντια σε αυτόν) και όχι μέσα από αυτόν. Με αυτά που γράφουμε εδώ δεν αρνούμαστε ότι η επαναστατική βία παίζει κάποιο ρόλο στη διεργασία μετάβασης από τον ένα τρόπο παραγωγής σε έναν άλλο. Για να γίνει όμως αυτή κατανοητή, θα πρέπει να αναχθούμε τόσο στη βιομηχανική κεφαλαιοκρατική επανάσταση, όσο και στην οκτωβριανή επανάσταση. Στην πρώτη περίπτωση, η επαναστατική βία, η οποία είτε δεν είχε τον ίδιο ρόλο στους βιοανθρωποκοινωνικούς σχηματισμούς της Ευρώπης όπου γεννήθηκε ο ΚΤΠ είτε δε συνέβει καθόλου (περίπτωση Ιταλίας όπου η επανάσταση ήταν παθητική […]), δεν ήταν παρά μια στιγμή στη μακροχρόνια και βασανιστική διαδικασία της μετάβασης, δηλαδή της διαμόρφωσης της αστικής τάξης, πράγμα που σημαίνει ότι η τελευταία είχε οικοδομήσει μια σχετικά σταθερή και διαρκή βάση, δηλαδή ένα σύνολο θεσμών και μηχανισμών που υποβάσταζε τους προσανατολισμούς της, και η επανάσταση εντάχθηκε στα πλαίσια προσαρμογής των πολιτικών δομών […], οι οποίες με τη σειρά τους χρησιμοποιήθηκαν για να άρουν τα εμπόδια για την ανάπτυξη του ΚΤΠ […]: ή για να το απόδώσουμε με άλλους όρους, πρώτα αστικοποιήθηκε ην κοινωνία και μετά ανατράπηκαν τα φεουδαρχικά πολιτικά καθεστώτα μέσα από τις αστικές επαναστάσεις […]. Κατ’ αντίθεση, η εργατική τάξη , με την οκτωβριανή επανάσταση, στην οποία η κομμουνιστική καθοδήγηση έδινε πρωτεύοντα ρόλο, αναλάμβανε(;) ένα εγχείρημα για το οποίο δεν είχε ούτε την ανάλογη πείρα ούτε τους ανάλογους μηχανισμούς που θα υποβάσταζαν τις δικές της επιλογές. Δεν μετασχημάτιζε πρώτα τις οικονομικές και μετά τις πολιτικές σχέσεις. Αναλάμβανε, μέσα από τον πυρετό της επαναστατικής βίας, να δημιουργήσει εκ του μηδενός το σοσιαλισμό, να αλλάξει πρώτα τις πολιτικές και μετά τις οικονομικές δομές. Η συνέπεια είναι γνωστή και μόλις την αναφέραμε: οικοδομήθηκε η διαστροφή του σοσιαλισμού. Βέβαια δημιουργείται το πρόβλημα αν υπήρχε μια εναλλακτική λύση. Ο Συνεταιριστικός Τρόπος Παραγωγής ήταν ο μηχανισμός και ο τόπος όπου η εργατική τάξη ειδικά, αλλά και οι μάζες γενικότερα, θα μπορούσαν, μέσα από μια μακροχρόνια περίοδο, να μάθουν να αυτοδιαχειρίζονται τα μέσα παραγωγής και να καθορίζουν τον προσανατολισμό του βιοανθρωποκοινωνικού σχηματισμού»[7].

 

Οι προοπτικές στην Ελλάδα σήμερα

 

Τέτοιου είδους προοπτικές υπάρχουν άραγε στη σημερινή Ελλάδα; Μια περιγραφή της κατάστασης στην οποία βρίσκονται οι συνεταιρισμοί ίσως κομίζει μια πρώτη απάντηση. Σε γενικές γραμμές οι συνεταιρισμοί στην Ελλάδα σήμερα έχουν απολέσει τη σοσιαλιστική προοπτική τους. Ο  σφιχτός εναγκαλισμός του κράτους έχει μετατρέψει πολλούς από αυτούς σε φορείς διεκπεραίωσης των υποθέσεων των μελών τους απέναντι το κράτος. Η πίεση της αγοράς υποχρέωσε άλλους να τεθούν ουσιαστικά εκτός λειτουργίας και άλλους να μετατραπούν σε κεφαλαιοκρατικές επιχειρήσεις. Εκείνοι δε που παραμένουν ζωντανοί λειτουργούν ως κεφαλαιοκρατικές επιχειρήσεις στις σχέσεις τους με την αγορά, ενώ οι συνεταιριστικές αρχές στις οποίες βασίζονται οι σχέσεις στο εσωτερικό τους μοιάζουν πολλές φορές ως αντίδοτο σε ματαιωμένες ατομικές και οικογενειακές στρατηγικές. Οι διαπιστώσεις αυτές μπορούν να μας προσφέρουν μερικά χρήσιμα συμπεράσματα. Πρώτον, ο προσανατολισμός των συνεταιρισμών μπορεί ν’ αποτελέσει αντικείμενο πάλης με διαφορετικά αποτελέσματα. Δεύτερον, οι αγοραίες, οι κρατικές και οι μικροαστικές, ατομικές ή οικογενειακές, πιέσεις εξακολουθούν να θέτουν τα βασικά εμπόδια τα οποία εμποδίζουν την ανάδυση και ανάπτυξη των συνεταιρισμών. Τρίτον, η ολομέτωπη επίθεση της αγοράς προκαλεί τη συρρίκνωση τόσο του κοινωνικού κράτους όσο και της οικογένειας, που ανελάμβανε σημαντικές λειτουργίες του τελευταίου. Αυτή η εξέλιξη επηρεάζει αρνητικά τη δυνατότητα εκπόνησης μικροαστικών στρατηγικών, ατομικών ή οικογενειακών, γεγονός που απελευθερώνει όλο και μεγαλύτερο αριθμό συμπατριωτών μας από την μέγγενη του μικροαστισμού και τον υποχρεώνει να αναζητήσει εργασιακή διέξοδο με άλλο τρόπο. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται φυσικά όλο και περισσότεροι πτυχιούχοι. Στον όλο και διευρυνόμενο χώρο λοιπόν όπου συναντιέται η μεγαλύτερη ανάγκη με τις μεγαλύτερες προσδοκίες και τις μικρότερες ιδεολογικές και ψυχολογικές αγκυλώσεις, εκεί πρέπει να ψάξουμε τους νέους συνεταιριστές.

Οι συνεταιρισμοί έχουν αποδείξει την ικανότητά τους να αναλαμβάνουν την παραγωγή, την προμήθεια, το εμπόριο, τη διανομή των αγαθών και την πίστωση, με λίγα λόγια όλες τις οικονομικές λειτουργίες. Η αναγκαιότητα οικοδόμησης τους σε περίοδο οικονομικής κρίσης και ανέχειας είναι πρόδηλη. Η συνεταιριστική ιδεολογία και πρακτική είναι κάθε άλλο παρά διαδεδομένες. Και περιμένουν τους πιονιέρους τους.


[1]               Εμπνευσμένο από τον τίτλο του εν πολλοίς αγνοημένου έργου του Κυριάκου Χαραλάμπους, Ο Συνεταιριστικός Τρόπος Παραγωγής και η Μετάβαση στο Σοσιαλισμό, εκδ. Οδυσσέας, 1997

[2]               Στο ίδιο

[3]               Στο ίδιο, σ.137

[4]               Στο ίδιο, σ.127

[5]               Στο ίδιο, σ.192

[6]               Στο ίδιο, σ.136

[7]               Στο ίδιο, σ.137-139